Κεντρική σελίδα

 

 

Μηνύματα

 

 

Αλληλογραφία

 

 

Τα πιστεύω μας

 

 

Αιτήματα

 

 

Προσευχές

 

 

Γράψτε μας

 

 

Το περιοδικό

 

 


Ξύπνησα από το μούγκρισμα των αγελάδων και από τη μυρωδιά του ψημένου μπέικον. Δευτερόλεπτα αργότερα άκουσα τη φωνή του παππού μου:  «Σήκω πάνω, άρχισε να ξημερώνει. Έχουμε αρκετές δουλειές να κάνουμε».

Γιατί με έφεραν εδώ, σε ένα αγροτόσπιτο μακριά από τα φώτα και τη φασαρία της πόλης;

Σηκώθηκα μετά από τη δεύτερη φορά που μου φώναξε ο παππούς και πήγα στην κουζίνα. Η γιαγιά είχε έτοιμο το πρωινό. Καθίσαμε και οι τρεις στο τραπέζι και ο παππούς και η γιαγιά ένωσαν τα χέρια τους, έσκυψαν το κεφάλι και προσευχήθηκαν: «Θεέ μου, σ’ ευχαριστούμε γι’ αυτήν την υπέροχη μέρα. Σ’ ευχαριστούμε για τον Γιάννη που βρίσκεται μαζί μας. Ευλόγησε αυτό το φαγητό και την σημερινή μέρα. Αμήν».

Η γιαγιά μου πάντοτε προσευχόταν, και πάντοτε προσευχόταν για μένα, τον πρώτο της εγγονό.

Οι γονείς μου με έστειλαν να ζήσω με τον παππού και τη γιαγιά γιατί δεν ήξεραν τι να κάνουν μ’ ένα 10χρονο αντιδραστικό παιδί.

Σκέφτηκαν ότι με το να με στείλουν μακριά από τους ταραξίες που έκανα παρέα μαζί τους θα ξέφευγα απ’ αυτούς και θα ερχόμουν στα συγκαλά μου. Αυτό πέτυχε για ένα περίπου χρόνο όπου έκανα μικροδουλειές με τον παππού μου, πήγαινα σχολείο, εκκλησία και άκουγα τον Λόγο του Θεού από την Αγία Γραφή.

Όταν επέστρεψα σπίτι και για 5 χρόνια οι γονείς μου πέρασαν εφιαλτικές στιγμές μαζί μου. Τον περισσότερο καιρό δεν ήξερα που ήμουν. Κάθε φορά που χτυπούσε το τηλέφωνο αναρωτιόνταν αν ήταν η αστυνομία ή ο σωφρονιστής, μέχρι εκείνη την τρομερή μέρα του Γενάρη 1979 όταν πράγματι ήταν η αστυνομία και το αδίκημα δεν ήταν μικρό. Ήμουν 16 χρονών όταν προφυλακίστηκα περιμένοντας την δίκη μου. Θα δικαζόμουν σαν ενήλικας.

Ήταν Αύγουστος του 1979 όταν στάθηκα μπροστά στο δικαστήριο και άκουσα την απόφαση: «Βρέθηκες ένοχος για φόνο πρώτου βαθμού καθώς και για δύο διαρρήξεις. Επομένως, καταδικάζεσαι σε φυλάκιση 99 χρόνων».
«Όχι! Άκουσα την κραυγή της μητέρας μου. Όχι το μωρό μου! Θεέ μου, σε παρακαλώ, όχι!».

«Αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει», σκέφτηκα. Είχα σχεδιάσει να κλέψω μόνο μερικά χρήματα για να πάω σε πάρτι. Όμως, δεν σκέφτηκα ότι μπορεί να με τσάκωναν, ούτε φαντάστηκα ότι κάποιος μπορούσε να πεθάνει. Η ζωή μου είχε τελειώσει… 99 χρόνια…!

Στη φυλακή πρέπει να είσαι σκληρός για να επιβιώσεις. Δεν ήμουν μόνο σκληρός – αλλά για τα επόμενα 12 χρόνια ήμουν τρελός. Έκανα το αντίθετο απ’ αυτό που μου ζητούσαν οι αρχές της φυλακής και έτσι περνούσα τον περισσότερο καιρό μου στην απομόνωση. Όμως, τίποτε δεν με πτοούσε. Ήμουν ο φόβος και ο τρόμος των άλλων φυλακισμένων και ήθελα να διατηρήσω αυτή την εικόνα.

Άσχετα, όμως, από το πόσο σκληρός ήμουν, η μητέρα μου ποτέ δεν τα έβαλε κάτω. Προσευχόταν για μένα, μου έστελλε γράμματα και χρήματα, με αγαπούσε. Πώς ανταπέδιδα την αγάπη της; Με το να την αγνοώ!

Αν και ήμουν σκληρό καρύδι η οικογένεια μου προσευχόταν για μένα. Υπήρχαν ακόμα δύο φυλακισμένοι που πάντοτε μου έλεγαν ότι ο Χριστός με αγαπούσε. Τους έλεγα με ένα πολύ συγκεκριμένο τρόπο ότι δεν χρειαζόμουν τον Χριστό τους.

Στην ουσία, σε κάποια φάση παραλίγο να γίνω Ισλαμιστής. Ήθελα να είμαι συνεργάτης τους επειδή ήταν σκληροί. Ήμουν έτοιμος να πάρω την τελική μου απόφαση να προχωρήσω στο Ισλάμ όταν μου είπαν ότι έπρεπε πρώτα να αρνηθώ τον Ιησού Χριστό.

Εκείνη τη στιγμή άκουσα τη φωνή ενός ιεροκήρυκα από την παιδική μου ηλικία που έλεγε: «Ο Χριστός είναι η Οδός, η Αλήθεια και η Ζωή και κανένας δεν έρχεται στον Πατέρα, παρά διά μέσω του Χριστού». Αν και δεν ζούσα γι’ Αυτόν δεν μπορούσα να Τον αρνηθώ. Έτσι απομακρύνθηκα από το Ισλάμ.

Μετά από 12 χρόνια στη φυλακή κάποιοι Χριστιανοί ήρθαν στη φυλακή για να μας μιλήσουν για τον Χριστό. Βρήκα τον εαυτό μου να κάθεται στην άκρη της καρέκλας ακούγοντας την ιστορία για τον άσωτο γιο. Ένιωθα ότι ο ιεροκήρυκας μιλούσε απ’ ευθείας σε μένα. Όταν μας ζητήθηκε να προσευχηθούμε για να δεχτούμε τον Ιησού Χριστό το έκανα με ενθουσιασμό.

Άρχισα να πηγαίνω στην εκκλησία που είχε στη φυλακή και 6 μήνες αργότερα έλαβα και το Άγιο Πνεύμα. Σύντομα ξεκίνησα και Βιβλικά μαθήματα που γίνονταν στη φυλακή.

Καθώς άρχισα να γεμίζω με τον Λόγο του Θεού και να ξοδεύω χρόνο στην προσευχή, ο Θεός άρχισε να θεραπεύει τις πληγές στη ζωή μου. Μου αποκάλυψε ότι η ρίζα της ανταρσίας μου άρχισε όταν ήμουν 8 χρονών όταν ένας μεγαλύτερος ξάδελφος μου αποκάλυψε ότι ο άνθρωπος που αποκαλούσα «πατέρα» στην πραγματικότητα ήταν πατριός μου. Παντρεύτηκε τη μητέρα μου όταν ήμουν 2 χρονών.

Μαθαίνοντας ότι είχα έναν πατριό – όχι έναν πραγματικό πατέρα, μου έφερε αναστάτωση στον εσωτερικό μου κόσμο, αλλά ήμουν πολύ μικρός για να καταλάβω τι συνέβαινε.

Όταν όλα ησύχασαν, άρχισα να νιώθω θυμό. Ο σπόρος της ανταρσίας φυτεύτηκε στην καρδιά μου και απ’ εκείνη τη μέρα μέχρι τη μέρα που έδωσα την καρδιά μου στον Χριστό αντιδρούσα με όλους και για όλα – ιδιαίτερα με τον πατριό μου.

Ο πατριός μου δεν άξιζε τον τρόπο με τον οποίο του συμπεριφερόμουν. Δούλευε δύο δουλειές για να μας συντηρά και πάντοτε έδινε προτεραιότητα στις δικές μας ανάγκες και μετά στις δικές του. Ήταν ένας καλός, ειλικρινής και δουλευτής άνθρωπος και εγώ έκανα το παν για να τον πληγώνω.

Δεν ήξερα αν μπορούσα να διορθώσω αυτή τη σχέση. Άρχισα να προσεύχομαι γι’ αυτό και ανυπομονούσα να φθάσει η «Μέρα του Πατέρα», για να τον δω.

Συνάντησα τον πατριό μου στη τραπεζαρία της φυλακής. Αγκάλιασα αυτό τον μεγάλο άνδρα, τον φίλησα και ανάμεσα στα δάκρυα μου του είπα: «Πατέρα, συγχώρεσε με για όλα. Σ’ ευχαριστώ που με αγαπούσες πάντοτε, κι όταν ακόμα σου έλεγα ψέματα, σε ξεγελούσα, σε έκλεβα. Σ’ ευχαριστώ που είσαι πατέρας για μένα και σύζυγος στη μητέρα μου. Σ’ ευχαριστώ που δεν με αρνήθηκες παρ’ όλο που είχες κάθε δικαίωμα να το κάνεις». Του είπα πόσο πολύ τον αγαπούσα και τον θαύμαζα και πως επιθυμούσα να έχουμε μια στενή σχέση μαζί.

Ο Θεός όχι μόνο αποκατέστησε τη σχέση πατέρα – γιου αλλά μας ένωσε η αγάπη του Χριστού και το αίμα Του που έχυσε για μας στον Σταυρό του Γολγοθά.

Συνέχισα να μελετώ τον Λόγο του Θεού και έπαιρνα μαθήματα με αλληλογραφία.

Καθημερινά προσευχόμουν και αφιερωνόμουν να κάνω το θέλημα του Κυρίου στη ζωή μου.

Τον Φεβράρη του 1999 μετά από 20 χρόνια και μια εβδομάδα στη φυλακή, πέρασα ελεύθερος από την πύλη της φυλακής.
Η γιαγιά μου ήταν 102 χρονών. Ήταν η πρώτη που επισκέφθηκα. Ήταν μια συνάντηση που δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Μετά από λίγο καιρό πέθανε – η δουλειά της εδώ στη γη είχε τελειώσει.

Ευχαριστώ τον Θεό για τα χρόνια που πέρασα στη φυλακή. Δεν με συνέλαβαν – με έσωσαν. Τώρα, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο θέλω να βοηθήσω νεαρά άτομα να παίρνουν τις σωστές αποφάσεις για να γλιτώσουν από περιπέτειες οι ίδιοι και οι οικογένειες τους. Ο Θεός άνοιξε τον δρόμο και μπορώ να μιλώ στα σχολεία και στις εκκλησίες. Μιλώ στα παιδιά που μόλις τώρα μπλέκονται σε φασαρίες ή που σκέφτονται να το κάνουν. Πιστεύω ότι ο Θεός με βοηθά να κάνω τη διαφορά.

Πιστεύω, επίσης, ότι οι γονείς πρέπει να καταλάβουν πόσο πολύτιμο είναι να διδάσκουν τα παιδιά τους τον Λόγο του Θεού. Όταν ήμουν μικρός είχα μάθει απ’ έξω τον ψαλμό 23. Όταν ήμουν στη φυλακή τον θυμόμουν. Θυμάμαι που άκουσα τη γιαγιά μου να προσεύχεται. Θυμάμαι τον παππού μου να διαβάζει τη Βίβλο του. Θυμάμαι πόσο πολύ με αγαπούσαν οι γονείς μου. Και αν και συμπεριφερόμουν τρελά, ο Θεός με φύλαξε.

«Ο Κύριος είναι ο φύλακας μου, ο Κύριος είναι η σκέπη μου από τη δεξιά μου. Ο Κύριος θα με φυλάττει από κάθε κακό, θα φυλάττει τη ψυχή μου» (Ψαλμός 121:5,7).

 

 

Γ.Μ.