Οι τελικές μου εξετάσεις ήταν την επόμενη μέρα. Η μέση μου πονούσε από τις πολλές ώρες που καθόμουν στην καρέκλα. Όμως, πολλά διακυβεύονταν από αυτές τις εξετάσεις. Έλπιζα να κάνω επανάληψη ακόμα λίγες σελίδες χωρίς άλλες διακοπές. Μετά άκουσα την πόρτα του υπνοδωματίου μου να ανοίγει σιγά – σιγά.

«Μπορώ να έχω μερικά μπισκότα, μαμά, με ρώτησε μια μικρή διστακτική φωνή.

Μια δεύτερη φωνή, επίσης ανήσυχη, ρώτησε: «Έχουμε μήλα, μαμά;».

«Ω, για Όνομα του Θεού, δεν βλέπετε ότι προσπαθώ να μελετήσω; Και όχι, δεν σας θέλω να τρώτε πριν το βραδινό. Τώρα αφήστε με ήσυχη!».

Λέγοντας αυτά, γύρισα και είδα ότι μιλούσα στον εαυτό μου. Τα παιδιά μου είχαν φύγει.

Μόνη, καθισμένη ακόμα στο γραφείο μου, έχωσα το πρόσωπο στα χέρια μου. Το βάρος των ευθυνών μου και των αποτυχιών μιας ολόκληρης ζωής βάρυναν τους ώμους μου. Το διαζύγιο ήταν τελειωτικό, ο πατέρας των παιδιών μου έφυγε για κάποια άλλη. Κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσης, στράφηκα στη Χριστιανική πίστη μου που είχα από μικρή.

Στην προσπάθεια μου να καλυτερέψω τη ζωή μου και των παιδιών μου, γράφτηκα σε ένα πρόγραμμα επανεκπαίδευσης, το οποίο μας προμήθευε ένα μικρό επίδομα.

Πίστευα ότι η πίεση που είχα άξιζε τον κόπο για ένα καλύτερο μέλλον. Οι ανάγκες μας αντιμετωπίζονταν μέρα με τη μέρα, από τη μια επιταγή μέχρι την άλλη.

Εκτός από τη σημερινή. Δεν υπήρχαν μπισκότα στα ερμάρια – και σχεδόν τίποτε άλλο. Τα μάτια μου έκαιγαν από τα δάκρυα καθώς μια σειρά ερωτήσεων έρχονταν στο μυαλό μου.

«Πού είναι ο Θεός; Γιατί δεν με βοηθά; Μήπως με δοκιμάζει;».

Γύρω, τριγύρω, οι σκέψεις μου κυνηγούσαν η μια την άλλη, από την ανησυχία στην ενοχή, στη ντροπή. Ο Θεός βεβαίως προσπαθούσε να με βοηθήσει, αλλά συνεχώς τα έκανα θάλασσα. Πλήγωνα τα ίδια μου τα παιδιά. Τι μητέρα! Τι Χριστιανή!

Τώρα μπορούσα να ακούσω τις ψιθυριστές φωνές του γιου μου και της κόρης μου, χαμηλωμένες, φοβούμενοι το θυμό της μητέρας τους. Ένα σφίξιμο ξαφνικά ανέβηκε στον λαιμό μου, ένα ασφυκτικό σφίξιμο κούρασης και απόγνωσης. Πανικόβλητη γύρισα προς το παράθυρο και κοίταξα τις κορυφές των καταπράσινων κέδρων.

«Αγαπημένε Ιησού», προσευχήθηκα, «συγχώρεσε με. Ξέρω ότι με αγαπάς, αλλά δεν ξέρω πού είσαι. Νιώθω τόσο μόνη. Δεν ξέρω τι να κάνω! Αμήν!». Το μόνο που μπορούσα να δω ήταν τα σιωπηλά δέντρα και τα γκρίζα σύννεφα.

«Μαμά, θα μας ετοιμάσεις φαγητό απόψε:». Ακούοντας τη φωνή της κόρης μου, ένιωσα δύναμη, μια ενέργεια να με σηκώνει στα πόδια μου.

«Ναι, αγάπη μου. Βεβαίως θα ετοιμάσω κάτι. Συγνώμη που σας έβαλα τις φωνές».

Τα ξύλινα ερμαράκια της κουζίνας ήταν σχεδόν άδεια. Ψάχνοντας για ιδέες, άρχισα να ανοίγω και να κλείνω πόρτες. Καθώς έψαχνα, στο μυαλό μου ήρθε η εικόνα του ψωμιού και του ψαριού – αυτό κάτι είχε να κάνει με τον Χριστό που το λίγο φαγητό το μετέτρεψε σε αφθονία.

Μπροστά στα παραξενευμένα παιδιά μου, μίλησα δυνατά στον Θεό: «Κοίταξε, Πατέρα, αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί! Υποτίθεται ότι είσαι ο Προμηθευτής, και εγώ υποτίθεται ότι είμαι η μητέρα και η φοιτήτρια ταυτόχρονα. Πώς μπορώ να μελετήσω όταν δεν υπάρχουν τρόφιμα; Κάνε Εσύ το μέρος Σου και θα κάνω και εγώ το δικό μου».

Μετά γύρισα στα παιδιά μου και τους είπα: «Απόψε θα φάμε σούπα και σάντουιτς». Ξέχασα αμέσως την εντελώς αυθόρμητη προσευχή μου.

Το επόμενο πρωί το μυαλό μου ήταν γεμάτο έγνοιες για τις εξετάσεις. Προσευχήθηκα για σοφία και μετά απαντούσα ερωτήσεις για τρεις ώρες.

Όταν τέλειωσα, πήγα βιαστικά σπίτι για να ασχοληθώ με τις δουλειές που είχα παραμελήσει.
Το απόγευμα μού τηλεφώνησε μια φίλη μου και με ρώτησε για τις εξετάσεις.

Με ρώτησε, επίσης, αν μπορούσε να μου φέρει μερικά τρόφιμα που είχαν μείνει μετά από μια εκδήλωση.

Μέσα σε μια ώρα ένα βαν έφτασε έξω από την πόρτα μου. Τα παιδιά και ο σκύλος της, έσμιξαν με τα παιδιά μου και τη γάτα μας. Μέσα σε όλη τη σύγχυση η φίλη μου με βοήθησε να μεταφέρω μέσα στην κουζίνα τέσσερα μεγάλα κιβώτια. Μετά χαμογελώντας και χαιρετώντας μάζεψε την οικογένεια της και είπε: «Αντίο».

Τα παιδιά μου και εγώ τρέξαμε στην κουζίνα για να επιθεωρήσουμε τα αγαθά μας.

Ανοίγαμε τα κουτιά ένα-ένα και στοιβάζαμε το περιεχόμενο ψηλά στα ερμαράκια. Ήταν σαν Χριστούγεννα, τα παιδιά χοροπηδούσαν σε κάθε νέα ανακάλυψη. Θέλοντας να κρατήσω στη μνήμη μου αυτό, έκανα πίσω και κοίταξα καλύτερα τα ερμαράκια.

Η εικόνα που είδα θα μου μείνει αξέχαστη.

Στοιβαγμένα στα ερμαράκια, μεταξύ άλλων, ήταν ψωμιά και κονσερβοποιημένα ψάρια.
Εκείνη τη στιγμή ήξερα ότι ο Χριστός δεν ήταν κάπου πάνω από τις κορυφές των κέδρων.

Ο Χριστός ήταν μαζί μου στην κουζίνα. Ο αγαπημένος Σωτήρας μου ήταν τόσο κοντά όσο και οι προσευχές μου, τόσο κοντά όπως την αναπνοή μου.

Οι δύσκολες στιγμές θα έρχονταν. Όμως, ήξερα ότι δεν ήμουν μόνη.

Ο Χριστός μπορεί να γεμίσει τα «άδεια ερμαράκια» της καρδιάς μου και της ζωής μου. Σε όλα τα πράγματα είναι όπως το είπε:

«Εγώ είμαι ο Άρτος της ζωής. Όποιος έρχεται σε Μένα δεν θα πεινάσει ποτέ, και όποιος πιστεύει σε Μένα δεν θα διψάσει ποτέ!» (Ιωάννης 6:35).

Δόξα στον Κύριο!!!

 


Β.Γ.