Κατάγομαι από την πρώην Σοβιετική Ένωση. Γεννήθηκα στην πόλη Οδησσό της Ουκρανίας από Εβραίους γονείς.

Όταν ήμουν πολύ μικρός δεν γνώριζα ότι είχα Εβραϊκή καταγωγή και, επομένως, ότι ήμουν Εβραίος! Μεγάλωσα ανάμεσα σε παιδιά Ουκρανών και παίζαμε μαζί διάφορα παιχνίδια.
Μια μέρα, όταν ήμουν περίπου πέντε χρονών, ένα παιδί που παίζαμε μαζί, άρχισε να μου φωνάζει και να με βρίζει.

«Βρώμικε, Εβραίε» μου έλεγε και άλλα παρόμοια. Εγώ για να αμυνθώ άρχισα κι εγώ με τη σειρά μου να τον αποκαλώ «βρώμικο Εβραίο», μιας και δεν γνώριζα ότι, πράγματι, εγώ ήμουν Εβραίος. Νόμιζα ότι αυτή η φράση ήταν μια βρισιά που μπορούσα κι εγώ να την πω! Αυτός συνέχισε να με αποκαλεί: «Βρώμικε Εβραίε!». Κι εγώ που δεν τα πήγαινα πίσω, συνέχισα να του λέω κι εγώ το ίδιο!

Μια μέρα όταν επέστρεψα στο διαμέρισμα μας, βρήκα τη μητέρα μου ανάστατη και τη μητέρα του παιδιού εκείνου, χλωμή, να είναι μαζί της. Θυμάμαι και το όνομα εκείνου του παιδιού. Ονομαζόταν Αλέξης.

Μου λέει η μητέρα μου: «Γιατί, Ίγκορ, μίλησες έτσι στον Αλέξη; Δεν ξέρεις ότι δεν έπρεπε να του μιλήσεις έτσι;»

«Μα, μητέρα», της απάντησα, με αποκάλεσε ‘βρώμικο Εβραίο’ και του μίλησα κι εγώ με τον ίδιο τρόπο. Έπρεπε να μείνω από κάτω;».

«Ιγκόρ μου», μου είπε η μητέρα μου, «εσύ είσαι Εβραίος και εκείνος δεν είναι!».

Έτσι έμαθα ότι είμαι Εβραίος! Αργότερα, η μητέρα μου με πήρε κατά μέρος και μου εξήγησε με απλό τρόπο το τι σημαίνει να είναι κάποιος Εβραίος.

Η πρώτη μου επαφή με το Όνομα του Ιησού ήταν όταν ήμουν οκτώ χρονών. Στεκόμασταν με τον παππού μου στη στάση του λεωφορείου για να πάμε στη Μαύρη Θάλασσα για μπάνιο, επειδή ήταν καλοκαίρι και έκανε πολύ ζέστη. Σαν ετοιμαζόμασταν να μπούμε στο λεωφορείο υπήρξαν κάποια σπρωξίματα και κάποια γυναίκα φώναξε σε κάποιο, με άγρια φωνή, και του είπε: «Εσείς οι βρωμοεβραίοι σταυρώσατε τον Ιησού Χριστό, τον Θεό μας!».

Εγώ όταν το άκουσα αυτό, είπα στον παππού μου: «Τι λέει αυτή η γυναίκα; Ποιος είναι αυτός ο Ιησούς Χριστός που λέει ότι Τον σταυρώσαμε;».

Ο παππούς μου, ατάραχος, μου είπε: «Μη δίνεις καμιά σημασία, Ίγκορ, το τι λένε οι άλλοι. Ο Ιησούς είναι ο Θεός των Ρώσων, αν πράγματι υπήρξε ποτέ. Είναι απλά μια δικαιολογία των Ρώσων για να μισούν εμάς τους Εβραίους. Εξάλλου, Ίγκορ, δεν υπάρχει Θεός και, φυσικά, ούτε τέτοιος Θεός για τους Ρώσους!».

Αυτό ήταν μια πολύ ικανοποιητική απάντηση για μένα και έμεινε μαζί μου για τα επόμενα 20 χρόνια. Γι’ αυτό δεν ενδιαφερόμουνα για τη θρησκεία, τον Θεό, τον Χριστό και, γενικά, για τον Χριστιανισμό.

Στη Σοβιετική Ένωση, για να πάεις στο πανεπιστήμιο έπρεπε, ως Εβραίος, να είσαι άριστος μαθητής και να έχεις σε όλα τα μαθήματα Α ή να ήσουν καλός αθλητής. Από νωρίς κατάλαβα ότι ουδέποτε θα τα κατάφερνα να είχα σε όλα τα μαθήματα Α. Γι’ αυτό επιδόθηκα στον αθλητισμό και ιδιαίτερα στη γυμναστική, στην ολυμπιακή γυμναστική.  

Έγινα άριστος σ’ αυτό το άθλημα και πήρα πολλές διακρίσεις σε εθνικό επίπεδο! Μάλιστα έγινα πρωταθλητής στη Σοβιετική Ένωση με πολλά βραβεία. Μπήκα, έτσι, στο πανεπιστήμιο του Βόλγκογκραντ και τελείωσα με επιτυχία τις σπουδές μου στην Επιστήμη του Αθλητισμού.

Μετά, πήγα στον στρατό και, σαν ήμουν εκεί, με προσκάλεσαν στο περίφημο Τσίρκο της Μόσχας για να εκτελώ ακροβασίες.

Έμεινα στο Τσίρκο για μερικά χρόνια. Σε μιαν εκδήλωση του Τσίρκου κάποιος συνάδελφος μέθυσε και άρχισε να μου φωνάζει άσχημα λόγια. Με αποκαλούσε «βρωμοεβραίο», «εβραιογούρου-νο» και πολλά άλλα.

Ήταν τότε που άκουσα ότι πολλοί Εβραίοι έφευγαν από τη Σοβιετική Ένωση και πήγαιναν πίσω στο Ισραήλ. Ήταν το έτος 1971. Ο κομμουνισμός ήταν, την εποχή εκείνη, στο αποκορύφωμα του. Επέτρεπαν μόνο σε Εβραίους να φύγουν από τη χώρα.

Έκανα κι εγώ αίτηση και μετά από ενάμιση χρόνο αναμονής, μου επέτρεψαν να μεταναστεύσω μαζί με τη μητέρα μου. Ο πατέρας μου είχε ήδη πεθάνει.

Αντί του Ισραήλ, όμως, διαλέξαμε να πάμε στην Αμερική. Βρήκα δουλειά σαν βοηθός σε σταθμό λεωφορείων, στη Νέα Υόρκη.  

Μετά από περίπου τρεις μήνες, κάποιοι με προσκάλεσαν στη Νέα Ορλεάνη, σε μια κοινότητα Εβραίων, για να είμαι εκπαιδευτής της κλασικής γυμναστικής σε νεαρά άτομα της κοινότητας, κι εγώ δέχτηκα.

Μετά από λίγο καιρό, ίδρυσα Σχολή Γυμναστικής εκεί, η οποία έγινε πολύ δημοφιλής σε ολόκληρη την Αμερική. Ήταν ο καιρός που οι Αμερικανοί άρχισαν να δείχνουν ενδιαφέρον γι’ αυτό το άθλημα. Είχα 2000 μαθητές! Η Σχολή μου έγινε η μεγαλύτερη σχολή, στον τομέα αυτό, σε ολόκληρη την Αμερική.

Μαθητές μου έλαβαν μέρος, σε εθνικό επίπεδο, στην ολυμπιακή γυμναστική και πρώτευσαν. Έγινα διάσημος σε σημείο που ο Πρόεδρος Κάρτερ προσκάλεσε τη Σχολή μου, για να κάνουμε επιδείξεις σε διάφορες εκδηλώσεις – και στην Αμερική και στο εξωτερικό.

Έγινα πολύ πλούσιος και διάσημος. Στη Σοβιετική Ένωση ζούσα μέσα στη φτώχεια. Τώρα, είχα χρήματα για να κάνω ό,τι ήθελα! Όμως, η ζωή μου ήταν άδεια. Κάτι μου έλειπε και δεν ήξερα τι ήταν!

Κάποιος φίλος μου με πλησίασε και μου είπε: «Ίγκορ, ξέρω τι σου λείπει. Δοκίμασες ποτέ τη μαριχουάνα;».

Του απάντησα: «Όχι», κι εκείνος πρόσθεσε: «Δεν ξέρεις τι χάνεις!».

Πράγματι, ήμουνα τόσο απασχολημένος με τη δουλειά μου που ποτέ δεν την είχα δοκιμάσει. Έπινα, όμως, αρκετά αλκοολούχα ποτά, αλλά ποτέ δεν είχα μεθύσει. Ρώσοι φίλοι μου μεθούσαν, πολλές φορές, αλλά εγώ ποτέ. Το είχα καμάρι που δεν ήμουνα δούλος οποιασδήποτε ουσίας.

Δυο χρόνια μετά, ήμουνα εθισμένος με κάθε είδους ναρκωτικής ουσίας. Δεν μπορούσα να ξεφύγω. Έγινα σκλάβος αυτών των ουσιών!

Άρχισα να χάνω όλα αυτά που είχα αποκτήσει με τόσους κόπους. Ήθελα να σταματήσω αλλά δεν μπορούσα. Ήμουνα σαν το αυτοκίνητο χωρίς φρένα!

Δεν ήθελα οι μαθητές μου να μάθουν για το πρόβλημα μου. Γι’ αυτό μεταβίβασα τη Σχολή στον βοηθό μου. Τα χρήματα έφευγαν από τα χέρια μου σαν αστραπή.

Αποφάσισα να πάω στο Λος Άντζελες. Πήγα εκεί με μόνο σκοπό να παίρνω ακόμη περισσότερα ναρκωτικά. Έκανα παρέα με κακόφημους φίλους, φίλους που δεν θα ήθελε κανένας να κάνουν παρέα με τα παιδιά του.

Προσπάθησα να σταματήσω τα ναρκωτικά αλλά μάταια. Μια φορά κατάφερα να τα σταματήσω μόνο για τέσσερις ώρες. Έβαζα ένα μαξιλάρι μπροστά στο πρόσωπο μου και ούρλιαζα σαν λύκος.

Μια φορά φαίνεται το παράκανα. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ για τέσσερις μέρες. Νόμιζα ότι θα πάθαινα καρδιακή προσβολή ή θα έχανα το μυαλό μου. Έτρεξα σε ένα κατάστημα και αγόρασα μια μπουκάλα βότκα, όχι για να μεθύσω, αλλά για να επανεύρω τον εαυτό μου! Έτσι νόμιζα! Είναι εξωφρενικό!

Όταν άρχισα να πίνω, ένιωσα πολύ άρρωστος. Νόμιζα ότι θα πέθαινα, ότι ήμουν στα τελευταία μου. Σαν ήμουν ξαπλωμένος στον καναπέ κατά λάθος πάτησα το τηλεχειριστήριο της τηλεόρασης.

Κάποιος μιλούσε στην τηλέοραση και έλεγε: «Είσαι σε άσχημη κατάσταση και κανένας δεν μπορεί να σε βοηθήσει!».

Λέω στον εαυτό μου: «Αυτός ο άνθρωπος ξέρει την κατάσταση μου!».

Ο άνθρωπος συνέχισε: «Κανένας δεν μπορεί να σε βοηθήσει. Οι φίλοι σου είναι σαν εσένα και δεν μπορούν να σε βοηθήσουν. Εγώ, όμως, ξέρω κάποιον που μπορεί!».

Αυτό τράβηξε αμέσως την προσοχή μου και περίμενα αγωνιωδώς να ακούσω το όνομα εκείνου που μπορούσε να με βοηθήσει. Ξαφνικά δεν καταλάβαινα τίποτε απ’ αυτά που έλεγε ο άνθρωπος. Ήταν σαν να ήταν σε άλλη γλώσσα.

Μετά από λίγη ώρα άρχισα πάλι να καταλαβαίνω. Ο άνθρωπος έλεγε: «Κάνε την ακόλουθη προσευχή: Παραδέχομαι ότι είμαι αμαρτωλός. Ιησού, σε προσκαλώ να έρθεις στη ζωή μου και να είσαι ο Κύριος μου και ο Σωτήρας μου…».

Επαναλάμβανα τα λόγια μέχρι που συνειδητοποίησα το τι έκανα. Αμέσως, σταμάτησα.

«Ωχ, τι έπαθα. Αυτό είναι Χριστιανικό πρόγραμμα. Ευτυχώς που δεν με άκουσε κανένας!». Αμέσως, έσβησα την τηλεόραση.

Πρόσεξα, όμως, ότι ο έντονος πόνος, που είχα, έφυγε και δάκρυα κυλούσαν από τα μάγουλα μου.

Λέω στον εαυτό μου: «Τι συμβαίνει μαζί μου; Κλαίω μπροστά στην τηλεόραση σαν μωρό;».

Ξαφνικά άρχισα να νυστάζω. Κοιμήθηκα βαθιά για αρκετές ώρες. Το πρωί, όταν ξύπνησα, ξέχασα όλα όσα συνέβηκαν το προηγούμενο βράδυ.

Μετά από τέσσερις μήνες, ένας φίλος μου, μου είπε:
«Ίγκορ, όπως πάεις θα πεθάνεις από τα ναρκωτικά. Έχω μια ιδέα. Γιατί δεν πάμε μαζί στο Λας Βέγκας; Θα περάσουμε ωραία και θα φύγει το μυαλό σου, έστω για λίγες μέρες, από τα ναρκωτικά!».

Έτσι καταλήξαμε και οι δυο μας στο Λας Βέγκας. Την πρώτη μέρα παίξαμε τυχερά παιχνίδια και έχασα μερικές εκατοντάδες δολάρια. Για μένα δεν ήταν τίποτε.

Όταν πήγαμε κατά τις τέσσερις το πρωί στο δωμάτιο μας, στο ξενοδοχείο, ένιωθα πολύ άσχημα. Ήμουν πολύ στενοχωρημένος και απελπισμένος για τη ζωή μου.

Σκεφτόμουνα: «Γιατί ήρθα σ’ αυτή τη χώρα και κατέληξα σ’ αυτό το χάλι. Δεν αξίζει να ζώ».

Σαν σκεφτόμουνα έτσι, ξαφνικά ακούω μέσα στο δωμάτιο μια βαρειά φωνή να μου φωνάζει: «Ίγκορ, Ίγκορ».

Νόμιζα ότι ήταν ο φίλος μου. Κοιτάζω δίπλα μου και ο φίλος μου κοιμόταν βαθιά. Ξανακούω τη φωνή να μου λέει: «Ίγκορ, Ίγκορ».

Λέω στον εαυτό μου: «Ωχ, τώρα ακούω και φωνές. Φαίνεται είμαι στα πρόθυρα της τρέλας!».

Η φωνή συνέχισε: «Ίγκορ, δεν τρελλάθηκες. Εγώ σου μιλώ, ο Θεός!».

«Μα, αφού ξέρω ότι δεν υπάρχεις», απάντησα.

«Και, όμως, ΥΠΑΡΧΩ. Τι θα κάνεις με ΜΕΝΑ;».

Εκείνη τη στιγμή, ξαφνικά, πίστεψα ότι μιλούσα με τον Θεό! Αυτό ήταν πραγματικά θαύμα, διότι μέχρι εκείνη τη στιγμή ήμουν άθεος. Πίστευα ότι δεν υπήρχε Θεός!

Ο Θεός συνέχισε και μου είπε: «Ίγκορ, επειδή πίστεψες σε Μένα ότι πράγματι μιλώ μαζί σου, θα σε αγγίξω και δεν θα σταματήσεις να μιλάς για Μένα όπου πηγαίνεις!».

Τα μάτια μου είδαν τη δόξα του Θεού! Ξαφνικά το σκοτάδι εξαφανίστηκε. Ένα λαμπρό φως γέμισε όλο το δωμάτιο. Ξαφνικά ένιωσα φόβο και δέος. Ήθελα να το βάλω στα πόδια, μα δεν μπορούσα. Οι αισθήσεις μου ήταν σαν να είχαν παραλύσει.

Δεν μπορώ να σας περιγράψω με λόγια τη λαμπρότητα εκείνου του φωτός. Ήταν υπέροχο και ένδοξο.

Ξαφνικά μέσα από το φως βγήκε ένα ανθρώπινο χέρι και με άγγιξε στον δεξί μου ώμο.

Την ώρα που με άγγιξε ένιωσα ότι πήγαινα να πεθάνω. Είδα να περνά μπροστά μου όλη η ζωή μου. Δεν είδα τις στιγμές που έπαιρνα εθνικά βραβεία και μετάλλια, αλλά είδα την πρώτη στιγμή που είπα ψέματα στη μητέρα μου. Ένιωθα ντροπή διότι κατάλαβα κάποιος ήξερε όλα αυτά τα άσχημα πράγματα που είχα κάνει στη ζωή μου. Είδα, επίσης, τη στιγμή που έκλεψα μια πέννα από μια συμμαθήτρια μου στην πέμπτη τάξη.

Ένιωθα βρώμικος. Σαν άρχισα να πεθαίνω, ξαφνικά μια νέα ζωή άρχισε να φουντώνει μέσα μου! Μια νέα όμορφη και υπέροχη ζωή άρχισε να με κυριεύει.

Ξαφνικά μια ερώτηση ήρθε στο μυαλό μου και είπα στον Θεό: «Θεέ μου, είναι ο Ιησούς Χριστός πραγματικά ο Γιος Σου;».

Αμέσως, ήρθε η απάντηση με απαλό και σιγανό τρόπο: «Ναι, ο Ιησούς είναι ο Γιος Μου!».
Άρχισα να φωνάζω δυνατά: «Ο Ιησούς είναι ο Γιος του Θεού. Ο Ιησούς είναι ο Θεός!».
Με αυτές τις φωνές ξύπνησα τον φίλο μου ο οποίος άρχισε να βρίζει και να φωνάζει:
«Σου είπα να σταματήσεις τα ναρκωτικά. Τρελλάθηκες. Θα έρθει η αστυνομία και θα μας κλείσουν μέσα και τους δυο».

«Μιχάλη, δεν τρελλάθηκα. Μιλούσα με τον Θεό. Ο Θεός είναι εδώ!».

Στο μεταξύ το φως είχε φύγει. Τα έβαλα με τον φίλο μου που με τη συμπεριφορά του και τις φωνές του, έδιωξε τον Θεό.

Ξαφνικά ο φίλος μου, Μιχάλης, ξανακοιμήθηκε βαθιά.

«Θεέ μου, σε παρακαλώ, φανερώσου μου ξανά και πες μου τι να κάνω», είπα με απόγνωση στον Θεό.

Ο Κύριος στο έλεος Του, μου μίλησε και που είπε: «Ο Λόγος Μου είναι μέσα στη Βίβλο».

«Μα, τι είναι η Βίβλος;», ρώτησα.

Τότε άκουσα τον Θεό να γελά! «Δεν ξέρεις τι είναι η Βίβλος;».

Νόμιζα ότι η Βίβλος ήταν κάποιο ινδουιστικό βιβλίο με τις παραδόσεις των Ινδών. Πραγματικά, έκανα μεσάνυκτα!

Ξαφνικά ο Θεός φύσηξε σε μένα και μου είπε: «Γνώρισε τη Βίβλο, τον Λόγο Μου!».
Ένιωσα ότι γνώριζα, τώρα, τι σημαίνει η Βίβλος, ο Λόγος του Θεού! Ήταν θαυμάσιο!

Κατάλαβα πώς και γιατί δημιουργηθήκαμε και πολλά άλλα! Ήταν υπέροχο!

Ήμουν εκστατικός! Κατάλαβα ότι ο Θεός με άλλαξε. Με έκανε καινούργιο! Τα ναρκωτικά, το χαρτοπαίγνιο και οι γυναίκες ανήκαν στο παρελθόν. Ήμουν, πλέον, ένας καινούργιος άνθρωπος!

Πακέταρα τα πράγματα μου και έφυγα από το Λας Βέγκας, αρχίζοντας μιαν καινούργια ζωή μαζί με τον Χριστό.

«Αν κάποιος είναι εν Χριστώ, είναι καινούργιο κτίσμα· τα αρχαία πέρασαν, δέστε, τα πάντα έγιναν καινούργια» (Β Κορινθίους 5:17).

Αυτά συνέβηκαν τα ξημέρωματα της 1ης Αυγούστου το 1982. Δόξα στον Κύριο!

Από τον καιρό εκείνο, δεν έπαψα να συμμερίζομαι το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού με τους Ρωσόφωνους ανθρώπους που θέλουν να μάθουν για τον ζωντανό και αληθινό Θεό, τον Κύριο μας Ιησού Χριστό! Αμήν!

 

Ίγκορ Ασκινάζι