Κεντρική σελίδα

 

 

 

Μηνύματα

 

 

 

Αλληλογραφία

 

 

 

Τα πιστεύω μας

 

 

 

Αιτήματα

 

 

 

Προσευχές

 

 

 

Γράψτε μας

 

 

 

Το περιοδικό

 

 



«Δεν μπορεί να χειρουργηθεί. Δεν μπορεί να γίνει καμιά θεραπεία. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα», είπε ο γιατρός.

Η εννιάχρονη κορούλα μου Λίζα ήταν ενθουσιασμένη με το γεγονός ότι θα επισκεφτόμασταν τον γιατρό. Γι’ αυτήν το γραφείο της οφθαλμίατρου ήταν μια περιπέτεια – υπήρχαν πολλά ενδιαφέροντα πράγματα για να δει.

Η μητέρα της Λίζας, την παρακολουθούσε χαμογελώντας.

Όταν η Λίζα άρχισε να βλέπει τα πράγματα διπλά, η οφθαλμίατρος διέγνωσε ότι υπήρχε κάποιο πρόβλημα στο μάτι της και εισηγήθηκε να περιμένουν μερικούς μήνες μέχρι την άνοιξη και μετά να το διορθώσουν. Η μητέρα της την πήρε σε έναν άλλο ειδικό οφθαλμίατρο για να πάρει και μια δεύτερη γνώμη.

«Δεν είναι απλό το πρόβλημα», είπε ο  δεύτερος ειδικός. «Είναι σοβαρή η κατάσταση του ματιού της και πρέπει να δει αμέσως έναν νευρολόγο».
Μόνη μέσα στο γραφείο του νευρολόγου, η μητέρα της Λίζας πάλευε με αισθήματα φόβου που προσπαθούσαν να την καταβάλουν. «Ιησού», ψιθύρισε, «το γνωρίζω ότι βρίσκεσαι εδώ. Είμαστε μαζί για 13 χρόνια τώρα. Χρειάζομαι τη βοήθεια Σου».

Η φωνή του Αγίου Πνεύματος μίλησε καθαρά μέσα στην καρδιά της: «Επικαλούμαι σήμερα σε σας μάρτυρες τον ουρανό και τη γη, ότι έβαλα μπροστά σας τη ζωή και τον θάνατο, την ευλογία και την κατάρα· γι' αυτό, διαλέξτε τη ζωή, για να ζείτε, εσύ και το σπέρμα σου» (Δευτερονόμιο 30:19).

«Διαλέγω τη ζωή», είπε.

Μετά από δυο ώρες εξετάσεων, ο νευρολόγος είπε ότι πιθανόν να έπασχε από μυασθένεια για την οποία υπήρχε θεραπεία με φάρμακα. Για να είναι σίγουρος με τη διάγνωση του, μας έκλεισε ραντεβού για τον αξονικό τομογράφο.

Ανακουφισμένη η μητέρα της Λίζας, πήγε στο σπίτι και άρχισε να μαγειρεύει. Την επόμενη μέρα, μια φίλη της εισηγήθηκε να επισκεφτεί μια γυναίκα που πήγαινε στην εκκλησία τους και η οποία είχε θεραπευτεί από μια ανίατη αρρώστια πριν από μερικά χρόνια. «Γνωρίζει κάποια πράγματα για τη θεία θεραπεία τα οποία εμείς δεν γνωρίζουμε», της εξήγησε η φίλη της.

Όταν την επισκέφτηκε, η γυναίκα εκείνη, άνοιξε την Αγία Γραφή και άρχισε να διαβάζει δυνατά ένα – ένα εδάφια τα οποία φανέρωναν την επιθυμία του Θεού για τη θεραπεία."Mε την πληγή του Οποίου γιατρευτήκατε" (Α Πέτρου 2:24).

«Πρέπει να διαλέξεις»
«Τι γίνεται με εκείνους όλους τους ανθρώπους που λένε ότι είναι δυνατοί στην πίστη αλλά πεθαίνουν;», ρώτησε η μητέρα της Λίζας.

«Πρέπει να διαλέξεις», απάντησε η γυναίκα. «Είτε θα πιστέψεις τις εμπειρίες εκείνων των ανθρώπων, είτε θα πιστέψεις το τι λέει ο Θεός».

Η μητέρα της Λίζας έφυγε από το σπίτι εκείνης της γυναίκας με αρκετά Χριστιανικά περιοδικά, βιβλία και κασέτες. Επίσης, είχε ένα σχέδιο. Στο σπίτι, εκείνη και ο άντρας της έγραψαν τα εδάφια που είχαν τις υποσχέσεις του Θεού για τη θεραπεία της Λίζας και τις κόλλησαν σε όλο το σπίτι. Άρχισαν να διαβάζουν βιβλία που έλεγαν για τη θεία θεραπεία.

Την επόμενη Κυριακή ο ποιμένας της εκκλησίας προσευχήθηκε για τη Λίζα. Η μητέρα της Λίζας είχε ήδη μάθει το εξής εδάφιο: «Γι' αυτό, σας λέω: Όλα όσα ζητάτε, καθώς προσεύχεστε, πιστεύετε ότι τα παίρνετε, και θα γίνει σε σας» (Μάρκος 11:24).

Εκείνη τη μέρα καταχώρησε μέσα στην Αγία της Γραφή την ημερομηνία στην οποία η Λίζα θεραπεύτηκε.

Η μητέρα της Λίζας είχε ειρήνη όταν την πήρε για την εξέταση στον αξονικό τομογράφο. Ο γιατρός θα τους ειδοποιούσε όταν θα είχε τα αποτελέσματα. Την επόμενη μέρα ο άντρας της πήρε ένα τηλεφώνημα από τον γιατρό ότι η κόρη τους είχε όγκο στον εγκέφαλο.

«Δεν μπορεί να χειρουργηθεί. Δεν μπορεί να γίνει καμιά θεραπεία. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, μα θέλουμε να τη φέρετε στο νοσοκομείο αμέσως για να είμαστε 100% σίγουροι», τους είπε ο γιατρός.

Η μητέρα της Λίζας βρισκόταν στο σπίτι όταν ο άντρας της και ο ιεροκήρυκας έφτασαν. Τους συνάντησε έξω από την πόρτα και με το δάκτυλο της έδειξε τα πρόσωπα τους. «Δεν θα φοβηθώ», φώναξε.

«Τότε ούτε εγώ θα φοβηθώ», συμφώνησε ο άντρας της.

Πήραν τη Λίζα από το σχολείο και την πήγαν στο νοσοκομείο, εξηγώντας της ότι κάτι δεν δούλευε σωστά μέσα στο κεφάλι της, και ότι ο Θεός θα τη θεράπευε.

Το επόμενο πρωί μια ομάδα ειδικών εξέτασαν την περίπτωση της Λίζας, και είπαν ότι δεν υπήρχε καμιά θεραπεία. Τίποτα δεν μπορούσε να τη βοηθήσει. Είπαν, επίσης, ότι έπρεπε να την πάρουν σπίτι και να τη χαρούν για όσο καιρό μπορούσαν, και ότι στο τέλος θα πέθαινε με έναν αγωνιώδη τρόπο.

«Το μόνο που μπορώ να σου πω γιατρέ, είναι ότι υπηρετώ έναν πανίσχυρο Θεό», είπε η μητέρα της Λίζας. «Υπηρετώ έναν Θεό θαυμάτων και Αυτόν θα πιστέψω!».

Αντιμετωπίζοντας τον φόβο
Στο σπίτι εκείνη τη νύχτα, η μητέρα και ο πατέρας της Λίζας κρατούσαν ο ένας τον άλλο και έκλαιγαν. Μα δεν ήταν από θλίψη. Γνώριζαν καλύτερα από αυτό.

Έκλαιγαν μπροστά στον Κύριο καθώς Του ομολογούσαν την καλοσύνη και την αλήθεια του Λόγου Του. Ο ιεροκήρυκας κάλεσε όλη την εκκλησία να νηστέψει και να προσευχηθεί ώστε να εμφανιστεί η θεραπεία της Λίζας.

Οι γονείς της Λίζας αντιμετώπιζαν φοβερές σκέψεις που όμως τις αντιμετώπιζαν με το να λένε τι έλεγε ο Λόγος του Θεού για τη θεραπεία της Λίζας.

Στηριζόμενοι πάνω στον Λόγο του Θεού ότι η Λίζα είχε θεραπευτεί, την έστελναν καθημερινά στο σχολείο. Δεν πήραν άδεια από τη δουλειά τους, και καθόρισαν από νωρίς ότι δεν θα πίστευαν αυτά που θα έβλεπαν με τα φυσικά μάτια τους, αλλά θα πίστευαν αυτά που έλεγε ο Λόγος του Θεού. Έτσι όταν το μάτι της Λίζας άρχισε να σβήνει, αρνήθηκαν να φοβηθούν.

Στις επόμενες εβδομάδες η κατάσταση του ματιού της επιδεινώθηκε. Τελικά, οι βλεφαρίδες της άρχισαν να πέφτουν. Μετά δεν μπορούσε να ανοίξει τα μάτια της. Οι μυς του προσώπου της είχαν χάσει την ελαστικότητα τους.

Οι γονείς της Λίζας πολεμούσαν τον φόβο σαν να ήταν η δύναμη η οποία θα σκότωνε την κόρη τους – και αυτό ήταν αλήθεια.

Διατηρούσαν μια θετική ατμόσφαιρα για όλα τα παιδιά τους. Έβαζαν Χριστιανικά τραγούδια ενόσω η Λίζα κοιμόταν. Άκουγαν Χριστιανικές κασέτες, μελετούσαν τον Λόγο του Θεού και ομολογούσαν εδάφια πάνω στη θεία θεραπεία.

Μα κάτι έλειπε. Από τον καιρό που η μητέρα της Λίζας έδωσε την καρδιά της στον Χριστό και αναγεννήθηκε, δεν χρειάστηκε να ζητήσει κάτι από τον Θεό για τον εαυτό της. Κάθε πρωί, όμως, η ώρα 4:30 ξυπνούσε και ξόδευε χρόνο μιλώντας μαζί Του. Μα από την ημέρα που αρρώστησε η Λίζα δεν είπε οτιδήποτε άλλο στον Θεό εκτός από τα θέματα που αφορούσαν τη Λίζα.

Τελικά είπε στον Κύριο ότι θα εξακολουθούσε να ξυπνά η ώρα 4:30 το πρωί αλλά δεν θα ανέφερε καθόλου τη Λίζα εκείνη την ώρα. Στην παρουσία του Θεού, η μητέρα της Λίζας υψωνόταν πνευματικά πάνω από τη δοκιμασία. Μετά, έπαιρνε τα εδάφια για θεία θεραπεία και πήγαινε πίσω στη μάχη – ανανεωμένη.

Στα μέσα του Μάρτη, η Λίζα είχε μια τόσο άσχημη όψη που οι άνθρωποι στην εκκλησία γύριζαν από την άλλη και έκλαιγαν όταν την έβλεπαν. Αυτό δεν ήταν το μόνο πράγμα που απασχολούσε τη μητέρα της. Μόνη της μια νύχτα φώναξε μέσα από την καρδιά της στον Κύριο.

«Πατέρα, πρέπει να διορθώσουμε κάτι. Δεν θα το πω δυνατά επειδή δεν θέλω να δώσω τόπο στον διάβολο. Γνωρίζω ότι είναι το θέλημα Σου να θεραπεύσεις τη Λίζα. Γνωρίζω ότι ο Λόγος Σου είναι αληθινός. Γνωρίζω ότι πλήρωσες το τίμημα για τη θεραπεία της. Θέλω να ξέρεις ότι, ό,τι και να γίνει δεν θα ρίξω το φταίξιμο σε Σένα. Δεν θα απομακρυνθώ ποτέ από Σένα. Θα Σε αγαπώ και θα Σε υπηρετώ όλες τις μέρες της ζωής μου».

Όταν προσευχήθηκε αυτή την προσευχή της αφιέρωσης – άσχετα με το αποτέλεσμα – κάτι το θαυμάσιο συνέβηκε. Ο φόβος της έφυγε. Δεν είχε ιδέα όταν κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ ότι το χειρότερο δεν είχε έρθει ακόμη.

«Δεν είναι αυτό που φαίνεται»
Το πρωί της Δευτέρας, ο πατέρας της Λίζας βρισκόταν στη δουλειά όταν πήρε ένα τηλεφώνημα από το σχολείο: «Η Λίζα έχει πονοκέφαλο και έκανε εμετό».

Για πρώτη φορά από τότε που άρχισε η συμφωνία τους με τον Θεό, ο φόβος κυρίευσε τον πατέρα της. Πήγε κατευθείαν στο γραφείο του ποιμένα. «Συμβαίνει αυτό που είπαν οι γιατροί», είπε ο πατερας της Λίζας.

«Δεν είναι αυτό που φαίνεται», είπε ο ποιμένας. «Η Λίζα έχει έναν απλό πονοκέφαλο. Πάρε την στο σπίτι και δώσε της ένα παυσίπονο. Θα πάει στο σχολείο αύριο».

Ο φόβος κτύπησε την πόρτα της μητέρας της με τέτοια δύναμη ώστε της κόπηκε η ανάσα. Έφυγε από τη δουλειά της και άρχισε να ομολογεί τον Λόγο του Θεού καθώς πήγαινε να πάρει το αυτοκίνητο της.

«Πατέρα, Σε ευχαριστώ που η εμφάνιση της θεραπείας της Λίζας έρχεται γρήγορα. Σε ευχαριστώ που στον Ησαΐα 49:25 είπες: ‘Εγώ θα δώσω τη μάχη απέναντι σ' αυτούς που μάχονται εναντίον σου, και Εγώ θα σώσω τα παιδιά σου!’ ΄Ετσι, Πατέρα μου, ομολογώ ότι κάθε καρκινογόνο κύτταρο μέσα στο σώμα της Λίζας πεθαίνει αυτή τη στιγμη, στο Όνομα του Ιησού Χριστού».

Μέχρι να φτάσει στο αυτοκίνητο της, ο φόβος είχε αντικατασταθεί από τον ενθουσιασμό. Πίστευε θερμά ότι τα συμπτώματα της Λίζας σημάδευαν την καταστροφή της πάθησης της.

Στο σπίτι, εκείνη και ο άντρας της περιποιήθηκαν τον πονοκέφαλο της Λίζας, κάλεσαν έναν συγγενή να καθίσει μαζί της και πήγαν πίσω στη δουλειά τους.
Το επόμενο πρωί, η Λίζα είχει μια άσχημη όψη, αλλά ένιωθε υπέροχα. Όπως είπε ο ποιμένας, η Λίζα πήγε στο σχολείο της!

Την επόμενη μέρα, η Λίζα πήγε στο σπίτι μιας φίλης της μετά το σχολείο. Όταν το απόγευμα πήγε η μητέρα της να την πάρει, η μητέρας της φίλης της είπε: «Η Λίζα έχει μια υπέροχη όψη».

«Αυτό που είπε είναι ευγενικό», σκέφτηκε η μητέρα της Λίζας. Καθώς επέστρεφαν σπίτι έριξε μια ματιά στην κόρη της και έμεινε έκπληκτη από αυτό που είδε. Το πρόσωπο και τα μάτια της είχαν αποκατασταθεί πλήρως!

«Ήμασταν τόσο αφοσιωμένοι στο να μη ζούμε με αυτά που βλέπαμε που δεν ανάφερα την αλλαγή σε κανέναν, ούτε στον άντρα μου. Προς το τέλος της εβδομαδας, μου είπε ο άντρας μου: «Πρόσεξες τη Λίζα;».

Συμφώνησαν να μην πουν τίποτα σε κανέναν. Όταν πήγαν στην εκκλησία την Κυριακή, οι άνθρωποι κοίταζαν τη Λίζα και άρχισαν να δακρύζουν από χαρά.

Όταν ο ποιμένας είδε τη Λίζα, την έβαλε μέσα στην αγκαλιά του και είπε στον πατέρα της: «Πάρε αυτό το παιδί και πήγαινε το πίσω στους γιατρούς και άσε τους να καταγράψουν ένα θαύμα».

Μετά από δυο εβδομάδες η Λίζα έκανε ακόμη μια ακτινογραφία του εγκεφάλου της.

Έξω από το γραφείο του γιατρού μερικοί φίλοι άκουσαν: «Αυτοί οι άνθρωποι θα το γιορτάσουν απόψε. Ψάχνουν για μια πάθηση η οποία δεν υπάρχει».
Μετά από μερικές μέρες, ο γιατρός της Λίζας ο οποίος ήταν Εβραίος τηλεφώνησε στον ποιμένα. «Θέλω να μάθω τι είναι αυτό που κάνατε εσύ και η εκκλησία σου για τη Λίζα;».

«Γιατί ρωτάς;», είπε ο ιεροκήρυκας.

«Στο ένα μου χέρι κρατώ μια ακτινογραφία η οποία δείχνει έναν όγκο στον εγκέφαλο της, και στο άλλο χέρι μια ακτινογραφία που δείχνει ότι το παιδί είναι απόλυτα υγιές. Είναι το πιο δραματικό πράγμα που έχω δει ποτέ στην ιατρική μου καριέρα, και θέλω να ξέρω τι ρόλο έπαιξε η εκκλησία σου».

«Πιστεύεις ότι ο Θεός χώρισε τα νερά της Ερυθράς Θάλασσας;» ρώτησε ο ιεροκήρυκας. (βλέπε Έξοδος 14:21-22). «Πιστεύεις ότι ο Θεός ακινητοποίησε τον ήλιο για χάρη του Ιησού του Ναυή; (βλέπε Ιησούς του Ναυή 10:12-13). Λοιπόν, υπηρετούμε τον ίδιο Θεό. Νηστέψαμε και προσευχηθήκαμε για ένα θαύμα. Και ο Θεός απάντησε τις προσευχές μας».

Σήμερα η Λίζα εργάζεται ως νοσοκόμα. Είναι τελείως υγιής από τη στιγμή που φανερώθηκε η θεραπεία της – μετά από έξι εβδομάδες που είχε διαγνωστεί με έναν θανατηφόρο όγκο στον εγκέφαλο.

«Εβαλα μπροστά σας τη ζωή και τον θάνατο, την ευλογία και την κατάρα· γι' αυτό, διαλέξτε τη ζωή, για να ζείτε, εσύ και το σπέρμα σου» (Δευτερονόμιο 30:19).

 

Μ.Χ.